Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

09. Το κερί

Άναβε και έσβηνε τα φώτα στο σαλόνι, έχοντας την ψευδαίσθηση οτι βρισκόταν και κάποιος άλλος εκεί.
Κάποιος που του κρατούσε συντροφιά, αν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει ποιος ήταν. Κι αυτό το άναψε-σβήσε ήλπιζε να τον κάνει να σηκωθεί για να υπολογίσει με το ύψος και την φιγούρα, την ταυτότητά του.
Όλο το βράδυ περιφερόταν από την κουζίνα στο δωμάτιο και πάλι στο σαλόνι και κρυφοκοιτούσε τους καναπέδες, μήπως και γέμιζαν με παρουσίες.
Το πρωί τον βρήκε με τα δάχτυλα στον διακόπτη.
Τον είχε κυριεύσει μια μοναξιά απροσδιόριστη. Που τώρα τελευταία ένοιωθε οτι τον έπνιγε σαν ένα σχοινί, που θα του έκοβε την αναπνοή. Αργά ή γρήγορα αυτή θα ήταν η κατάληξη.
Το επόμενο βράδυ κρατώντας την θέλησή του για τα γνωστά άναψε-σβήσε, φλόγισε ένα κερί και το τοποθέτησε την άκρη του ξύλινου μαύρου τραπεζιού.
Στην ομίχλη του καπνού του είδε φιγούρες να τον περικυκλώνουν, ώσπου έβαλε τα κλάμματα.
Το σπίτι του φιλοξενούσε κόσμο. Ψυχές και εικόνες που ήθελε και δεν ήθελε να δει. Τον τελευταίο καιρό, πεθαμένοι και φανταστικοί ήρωες τον επισκέπτονταν, χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί που βρισκόταν. Τι από όλα αυτά ήταν αληθινό και τι ψεύτικο.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον κήπο. Μιλούσε στον εαυτό του και δεν μπορούσε να τον ακούσει. Τα λόγια του μπερδευόταν με ανάσες και βήχα.
Άρχισε να τρέχει και ένοιωθε τον αέρα από την απότομη επιτάχυνση να του γδέρνει τα μάτια, που μαζί με τα δάκρυα του έκαιγαν το πρόσωπο.
Ήξερε οτι κάτι δεν πήγαινε καλά, οτι το μυαλό του είχε αρχίσει να παίρνει επικίνδυνες στροφές, πότε μπροστά και πότε πίσω και δεν μπορούσε να βρει τον μοχλό για να εξισορροπήσει την κατάσταση.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, με τον ίδιο γρήγορο βηματισμό, βρήκε το κηροπήγιο στο γραφείο του και σβηστό.
Οι αισθήσεις του δεν άντεξαν ούτε καν τις σκέψεις, και ξάπλωσε στο ξύλινο, σκεπασμένο με μοκέτα πράσινη, πάτωμα, με το αυτί του κολλημένο στην μεριά που από κάτω έκρυβε το υπόγειο.
Ήθελε να ακούσει φωνές, ούτε αυτός ήξερε τι ήθελε. Αυτή η προσμονή και η απροσδιοριστία τον κοίμισε μέχρι το μεθεπόμενο πρωϊνό, με τα μάτια μουσκεμένα και το μυαλό σαν χαρτί από καρδιογράφημα πριν από το τέλος.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

08. Η φωτιά

Στο παράθυρό του καθρεφτιζόταν μια φωτιά από μακριά. Μια δυνατή φωτιά, που συνεχώς κέρδιζε μπόϊ. Σαν να ένοιωθε ακόμα και τις σπίθες να φτάνουν μέχρι το παράθυρο του επάνω ορόφου. Αλλά μετά σκέφτηκε πως δύσκολα μια φωτιά που βρισκόταν και 2-3 χιλιόμετρα μακριά του, θα μπορούσε να φτάσει σε εκείνον. Αλλά του τραβούσε την προσοχή το χρώμα και η έντασή της.
Βγήκε από το σπίτι φορώντας τα αθλητικά του παπούτσια, ένα πουκάμισο δυο νούμερα μεγαλύτερο από το κανονικό του, κι ύστερα σκέφτηκε αν έχει αδυνατίσει, και μια πράσινη ζακέτα. Ο ίδιος την έλεγε σκούρα πράσινη, για τους άλλους ήταν απλά πράσινη.
Χωρίς να ξέρει προς τα που ήταν η φωτιά, διέσχισε δεκα λεπτά σκοταδιού μέχρι να βγει στον δρόμο τον ασφαλτοστρωμένο. Και τότε είδε σε ακτίνα δυο μεγάλων χωραφιών μια μικρή εστία φωτιάς. Και απόρησε πως έγινε ορατή από το παράθυρό του. Πατώντας πράσινα εδάφη την πλησίαζε όλο και περισσότερο. Ωστόσο κανέναν δεν έβλεπε ούτε γύρω του, ούτε και μακριά του, ούτε καν κοντά στην φωτιά. 'Εφτασε σε σημείο που μπορούσε να διακρίνει την φωτιά, και τότε αισθάνθηκε ένα κύμα πορτοκαλί να τον ζεσταίνει. Φοβήθηκε οτι θα αγκαλιάσει την φωτιά και έκανε δυο τρια και μετά περισσότερα βήματα πίσω. Άνθρωπος κανείς. Μονάχος με την φωτιά. Ένοιωσε το κορμί του να σφαδάζει από το πόνο, έναν πόνο ακαθόριστο, και το κεφάλι του να είναι έτοιμο να βγεί από την θέση του.
Γονάτισε και χωρίς να το καταλάβει, λιποθύμισε πέφτοντας πάνω σε δυο παρακείμενα κούτσουρα.
Ξύπνησε και ένοιωσε μια υγρή πετσέτα στο λαιμό του να έχει βρέξει το μαξιλάρι. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, διέκρινε μια μεγάλη λεκάνη με νερό και κομμένα ατσούμπαλα, πανιά στο πάτωμα.
Για μια στιγμή φοβήθηκε γιατί δεν ήξερε τι του συνέβαινε, και κυρίως δεν θυμόταν όλη αυτή την ιεροτελεστία με τα βρεγμένα μαντήλια. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πατώντας μέσα στην λεκάνη με το νερό και κοίταξε από το παράθυρο. Στο σημείο που χθες διέκρινε την φωτιά από το παράθυρό του-το θυμόταν καλά-, δεν έβλεπε τώρα τίποτα. Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο και στο βάθος του δρόμου είδε ένα κόκκινο μεγάλο όχημα-σαν αντίγραφο πυροσβεστικού- να σβήνει τα ίχνη του.

Υπάρχουν στιγμές που η λογική συναντάει την φαντασία και παντρεύονται. Αυτή η συνύπαρξη άλλοτε οδηγεί σε ένα διαζύγιο, που ο νους μαθαίνει να ζει με έναν εκ των δυο γονιών, και άλλες πάλι που η σχέση αυτή δεν αποκόπτεται και τα μέλη της ζουν κάτω από αυτή την ομπρέλλα. Μια ομπρέλλα που όταν βρέχει είναι κλειστή, όταν έχει αεράκι και λιακάδα ανοίγει. Όχι απαραίτητα και πάντα με αυτή την χρονική ακολουθία, αλλά δεν παύει να είναι μια διόλου τυπική ομπρέλλα.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

07. Τα έλατα

Τα δάχτυλα του τεντωμένα, ακουμπισμένα στο γυάλινο τραπέζι, γλιστρούσαν μπροστά και πίσω, αφήνοντας θαμπά στίγματα. Τα μολύβια του, μικρά και μεγάλα, ετοιμοθάντα ή ακμαία τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο στο πρώτο συρτάρι του ξύλινου γραφειού. Η βρύση της κουζίνας πάντα να στάζει, με ένα ποτήρι ακριβώς κάτω από το στόμιο να συλλέγει και να γλύφει τις σταγόνες. Πρωινό ξύπνημα με χτύπημα του χεριού στον προσκέφαλο τοίχο. Το τσιγάρο του ρουφηγμένο μέχρι τη μέση.
Ένοιωθε πως υπήρχαν στιγμές που τον ξεπερνούσαν οι εμμονές του. Πως δεν θα άντεχε περισσότερο να ζει με αυτές. Μέσω αυτών εξωθούσε τις συνήθειές του στα άκρα. Υπερασπιζόταν την καθημερινότητά του, κάνοντας μηχανικές κινήσεις για το φαγητό και την ξεκούρασή του. Ήξερε σε ποιο πιάτο του άνοιγε περισσότερο η όρεξη, και ποιο ποτήρι τον ξεδιψούσε σαν όαση σε έρημο. Γνώριζε πως έπρεπε να κοιμηθεί πλάγια αριστερά για να τον πάρει πιο γρήγορα ο ύπνος. Εκείνη τη νύχτα όμως, καθώς είχε κοκκαλώσει στην αριστερή πλευρά του διπλού κρεβατιού του, αισθάνθηκε ένα απρόσμενο αεράκι στον αυχένα του. Κατάλαβε πως είχε δεχθεί την καθιερωμένη καθημερινή του επίσκεψη και από τον φόβο που του προκαλούσε το σκοτάδι, αδυνατούσε να γυρίσει. Αισθάνθηκε τέσσερα χέρια να τον ακουμπάνε στην πλάτη και πετάχτηκε από το κρεβάτι, για να βρεθεί στην μοκέτα του πατώματος.
Με κλειστά μάτια ψηλάφισε τον απέναντι τοίχο για να βρεί πάτημα και να σηκωθεί. Στο σκοτάδι βημάτιζε αργά ψάχνοντας να βρει την πόρτα. Σαν να βρισκόταν σε ένα άγνωστο δωμάτιο. Ένοιωθε πως τα έπιπλα είχαν αλλάξει θέση και βρισκόταν το ένα πίσω από το άλλο, και στο τέλος όλων η πόρτα. Στάθηκε ακίνητος και γονάτισε. Σαν μωρό στα τέσσερα, προσπαθούσε με κλειστά μάτια να φτάσει στην έξοδο. Στην προσπάθειά του βρήκε δυο πόδια κάτω από τις παλάμες του. Άνοιξε τα μάτια και είδε δυο μαύρα λούστρινα παπούτσια, πιο πάνω ένα τελειώμα από μια κόκκινη φούστα-όσο μπορούσε να την διακρίνει στο μισοσκόταδο- και στην κορυφή το πρόσωπο της Ιφιγένειας, της 50 χρονης ηρωίδας του δεύτερου του βιβλίου. Πίσω της, δυο γυμνά πόδια της μικρής κόρης της, βρεγμένα. Στα χέρια της κρατούσε μια χοντρή χρυσή κλωστή.
Οι δυο γυναίκες ήταν πιασμένες από το χέρι και είχα ματωμένους αγκώνες, χτυπημένα πρόσωπα και μπλεγμένα μαλλιά. Εκείνη η ιστορία είχε έρθει στο μυαλό του λίγο μετά το θανατικό ταξίδι της οικογένειάς του. Ήταν η ιστορία μιας οικογένειας-με ένα μικρό κορίτσι-, που ζούσε σε ένα μικρό σπίτι σε κάποιο δάσος με έλατα. Ήταν Χριστούγεννα και η οικογένεια είχε στολίσει τα εννέα δέντρα που κύκλωναν το σπίτι, με στολίδια μικρά και μεγάλα. Δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα και τα εννέα δέντρα έπεσαν στο σπίτι, σαν να επρόκειτο για κάποιον μαγνήτη που τα τραβούσε. Όλα σχηματισμένα σε κύκλο βρήκαν τον κατάλληλο στόχο. Ο θάνατος των τριών ήταν ακαριαίος, με το ξύλινο σπίτι να έχει γίνει κομμάτια από το βάρος των εννέα ελάτων.
Όταν είχε τελειώσει την ιστορία, του είχε φανεί τόσο ψεύτικη, επειτιδευμένη και χωρίς αληθοφάνεια, που για χρόνια την είχε κρύψει, ωσπου την ενσωμάτωσε στο πρώτο του μυθιστόρημα. ''Το στοιχειό'', όπως την ονόμασε.
Οι δυο ψυχές στεκόταν μπροστά του και του πρότασσαν τα χέρια τους. Εκείνος αμίλητος σηκώθηκε και με κλάμματα στα μάτια, άνοιξε το παράθυρο. Ένας πολύ δυνατός άνεμος πλυμμήρισε το δωμάτιο και έκανε τις γυναίκες να ανοίξουν την πόρτα του δωματιού και να εξαφανιστούν. Τις είδε από το κλειστό-πλεον- παράθυρο να τρέχουν μέσα στη νύχτα, παραπατώντας στο μισοσκόταδο.
Το βλέμμα του συνέλαβε ένα αεροπλάνο να περνάει σαν κουκίδα στον ουρανό.
''Ψυχές είναι όλα'', είπε και τράβηξε την κουρτίνα.

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

06. Η χαμένη ανάσα

Το πρωϊ δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ένοιωθε σα να έχει βράγχια, αντί για πνευμόνια. Κάπου μεσα στον βραδυνό του ύπνο, αισθάνθηκε οτι έχασε μια αναπνοή. Κι ήταν περίεργος για ποιο λόγο την έχασε.
Χωρίς να χάσει καιρό σηκώθηκε και ξεκίνησε να σημειώνει σε ένα λευκό χαρτί, ονόματα. Κι ύστερα τα μουτζούρωνε. Είχε καταλάβει οτι δεν θα μπορούσε ποτέ του να ξεκινήσει, πόσω μάλλον να τελειώσει αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα. Δεν μπορούσε όμως να τα παρατήσει. Το είχαν ανάγκη οι νεκροί του ήρωες. Οι θαμμένοι στις σελίδες και στα χώματα.

Κατευθύνθηκε στον κήπο και γονάτισε στο υγρό από την βροχή χώμα. Ένα γυναικείο παπούτσι τον πάτησε στο χέρι χωρίς να το καταλάβει.
Ήταν η Κλαίρη, η 28χρονη Αγγλίδα, που ζούσε για χρόνια στην Ελλάδα. Είχε έρθει στην Θεσσαλονίκη να βρει τους φυσικούς της γονείς, όταν πέθανε ο θετός της πατέρας. Λίγο πριν το τελευταίο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου του, της έκοψε την αναπνοή στο κρεβάτι καθως κοιμόταν. Μια μέρα πριν συνατήσει την εν ζωή ακόμα μητέρα της, έφυγε για να συνατήσει την θετή της.
''Θα έρθεις;'' του είπε κοιτώντας τον στα μάτια.
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα, τράβηξε το χέρι από το χώμα και κινήθηκε στο σπίτι, προσκαλώντας την μέσα.
Εκείνη τον σταμάτησε με μια σιγανή κραυγή.
Γύρισε και της ζήτησε συγγνώμη.
''Δεν ήθελα να σε σκοτώσω''
''Το έκανες όμως'', του είπε και τον πλησίασε.
''Που θες να έρθω;'', της είπε και της έπιασε το χέρι.
''Μαζί μου. Θα τους βρεις όλους εκει. Και εμας και εκείνους''
''Όχι ακόμα.''

Η Κλαίρη τράβηξε απότομα το χέρι της και απομακρύνθηκε.
Λίγο πριν κλείσει την καγκελόπορτα, έβαλε τα χέρια της ανάμεσα στο στόμα της, για να καλύψει την απόσταση και να την ακούσει.
''Εγώ σου έκλεψα μια αναπνοή το βραδυ, αλλά η μητέρα σου, σου δωσε την δική της. Ίσως δεν ήρθε ακόμα ο καιρός, λοιπόν''

Μπήκε στο σπίτι με βρεγμένα μάτια. Δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτό το παράτολμο παιχνίδι μεταξύ λογικής και παραγματικότητας. Όλοι είχαν μπερδευτεί μεταξύ τους και έβρισκαν κρυψώνα στο μυαλό και στο σπίτι του. Και δεν ήξερε ποιο θα ήταν το βήμα εκείνο, που θα τα ξεδιάλυνε όλα.

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

05. Ο σπασμένος καθρέφτης

Ψηλάφισε το παγωμένο τζάμι και αναρωτήθηκε φωναχτά γιατί να είναι κρύο, αφού πιάνει την επιφάνεια που βρίσκεται εντός του δωματίου. Ψάχνοντας να ικανοποιήσει τα ερωτηματικά του, άρχισε να γλύφει το γυαλί, ώσπου ασυναίσθητα έβαλε τα κλάματα. Από μακριά έβλεπε μια φιγούρα να τον πλησιάζει. Από την άκρη του δρόμου, σαν να τραβούσε την άσφαλτο, ερχόταν η αδερφή του. Με ένα σκισμένο παντελόνι και το κεφάλι της να στάζει αίμα. Έκλεισε τα μάτια του, κι όταν τα άνοιξε βρισκόταν ακόμα πιο κοντά, ώσπου χτύπησε η εξώπορτα. Τότε το πεδίο όρασής του έμεινε κενό, και κατέβηκε την μεγάλη ξύλινη σκάλα και άνοιξε την πόρτα.
''Σου έφερα τα γράμματα'', είπε η Ξένια χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια.
''Δεν είναι ανάγκη. Δεν περιμένω από κανέναν, κάποιο γράμμα. Όσοι έχουν να μου πουν κάτι, με επισκέπτονται. Νεκροί και ζωντανοί.''

Το επόμενο πρωινό, έσπρωξε την πόρτα της αποθήκης, που είχε βάλει άχρηστα αντικείμενα, που παλιότερα αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητάς του. Κουμπιά στο πάτωμα, γυάλινα βάζα, αποξηραμένα λουλούδια, σκονισμένα περιοδικά, τσάντες με ρούχα που ξεχείλιζαν, και στην ευθεία του ένας σπασμένος καθρέφτης. Ήταν σπασμένος με τα κομμάτια ακόμα κολλημένα στην ξύλινη επιφάνεια. Πλησιάσε και ήταν σαν να έβλεπε μια οικογενειακή φωτογραφία, και προσπαθούσε να θυμηθεί ποτε είχε σπάσει. Πριν τον ''θάνατο'' ή μετά; Μήπως αυτός ήταν υπαίτιος για τον ''θάνατο''; Μήπως τα 7 χρόνια γρουσουζιάς του επιφύλασσαν αυτήν την ανατροπή στην ζωή του;
Σκέφθηκε πως πάντα είναι εύκολο να δίνουμε απαντήσεις και λύσεις που φαντάζουν ξεκάθαρες και γρήγορες, χωρίς σκέψη. Ναι, αυτός ήταν υπαίτιος. Δεν ήταν ο Θεος που τους πήρε μακριά και τους χώρισε. Ήταν ο καθρεφτης. Ήταν μια απροσεξία της στιγμής, που στην ουσία του κόστισε την ηρεμία της ζωής του ολόκληρης.
Τον έπιασε στα χέρια του, και θυμήθηκε το βάρος του. Θυμήθηκε πως πάντα φοβόταν τους καθρέπτες. Πως πάντα φοβόταν τον συγκεκριμένο καθρέφτη που γέμιζε το σαλόνι είδωλα. Άνοιξε το παράθυρο και με δυσκολία τον πέταξε στον κήπο. Ο δυνατός κρότος έκανε τα φώτα από τα παρακείμενα σπίτια να ανάψουν, και τον καθρέφτη να γίνει κομμάτια. Όχι μόνο το γυαλί, αλλά και το ξύλο. Κατέβηκε στον κήπο και έθαψε τα υπολείμματα. Έθαψε τα θρύψαλλα.
Μέσα του είχε αρχίσει να κλείνει όσες πληγές έβρισκε ανοιχτές και τις θεωρούσε μειάσματα. Χωρίς να γνωρίζει αν ήταν το σωστό.
Αλλά άρχισε για πρώτη φορά να νοιώθει ανακούφιση.

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

04. Τα σταφύλια

Όλη τη νύχτα προσπαθούσε να νοιώσει τι σημαίνει να καταλαβαίνεις οτι κοιμάσαι, αλλά δεν το κατάφερε. Τον πήρε ο ύπνος χωρίς να γίνει μάρτυρας της μετάβασης. Και κάπου εκεί ανάμεσα στον ύπνο και στην πραγματικότητα, ένοιωσε το σώμα του να πάλλεται σε γρήγορους ρυθμούς. Δεν μπορούσε να απελευθερωθεί. Είδε τον εαυτό του να βρίσκεται ανάμεσα σε γνωστά πρόσωπα. Σε πρόσωπα από τις ιστορίες του. Που τον κυνηγούσαν, κι εκείνος για να τους αποφύγει έτρεχε στην πλαγιά ενός βουνού, ώσπου έφτασε στην κορυφή και χωρίς να το σκεφτεί έπεσε στο κενό της άλλης πλευράς. Ξαφνικά ξύπνησε, και συνειδητοποίησε οτι είχε κοιμηθεί στον κήπο. Ή καλύτερα, είχε βρεθεί, άγνωστο πως, να κοιμάται στον ύπνο. Θυμόταν με μαθηματική ακρίβεια το πως άφησε το ποτήρι[με κόκκινο κρασί] στο κομοδίνο, το πως ξεκούμπωσε το ρολόι του και το ακούμπησε στο πάτωμα, κι ύστερα πως σφήνωσε το κεφάλι ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια.
Πάτησε το χώμα που ύγρανε τα πέλματα των ποδιών του, και κινήθηκε προς το σπίτι. Ένοιωσε έναν έντονο φόβο να τον περιβάλλει. Πρώτα η ηρωϊδα του μηθιστορήματός του εμφανίστηκε μπροστά του, τώρα το ξύπνημα στον κήπο. Είχε πεπειστεί πως τον εγκατέλειπε η λογική του. Εκεί ήταν που αποφάσισε να γράψει όσο πιο γρήγορα γινόταν το βιβλίο του. Ένοιωθε να μην του απομένει πολύς χρόνος, να τελειώνουν τα αποθέματα της λογικής, και να περνάει σε ένα νεο επίπεδο, σε ένα μεταίχμιο.
Ανέβηκε στο δωμάτιό του, και έκλεισε την πόρτα. Καταλάβαινε πως το σώμα του αποζητούσε μια κουβέρτα για να ζεσταθεί, αλλά εκείνος έβγαλε την μπλούζα του και κάθισε στο πάτωμα, παίρνοντας ένα χαρτί και ένα μολύβι στα χέρια του.
''Καλημέρα''.
Γύρισε και είδε την μητέρα του ακίνητη και γυρισμένη προς το παράθυρο.
''Μαμά;'', κι ούτε πίστευε αν αυτό που έβλεπε ήταν αληθινό.
''Εγώ είμαι, αλλά θα φύγω. Ήρθα μόνο για να σου δώσω ένα φιλί''.
Τον πλησίασε, αφού πρώτα με μια απότομη κίνηση γύρισε προς το μέρος του. Φορούσε ένα μακρύ άσπρο φόρεμα, και κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι με σταφύλια.
Εκείνος φοβισμένος, σηκώθηκε και έτρεξε προς την πόρτα. Βγήκε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Όταν πια γύρισε είχε εξεφανιστεί, και είχαν απομείνει μόνο τα σταφύλια πάνω στο μαξιλάρι του κρεβατιού του.
Πήρε το μολύβι και μουτζούρωσε την λευκή σελίδα. Χωρίς να το καταλάβει, έβαλε τα κλάματα, και προσπάθησε να βάλει την σκέψη του σε μια σειρά.
Τράβηξε μια ευθεία κατακόρυφη γραμμή στην λευκή σελίδα και στην μια μεριά έγραψε 'Κλώντ', και στην άλλη 'μαμα'. Έπρεπε να ανακαλύψει ποιοι πραγματικά ήταν ζωντανοί, ποιοί ήταν νεκροί και ποιοι αποφασισμένοι να μην τον αφήσουν να ολοκληρώσει το βιβλίο του. Πάνω από την 'Κλώντ' έγραψε 'ΖΩΝΤΑΝΟΙ', και πάνω από την 'μαμά' ζωγράφισε ένα μεγάλο ερωτηματικό.

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

03. Ο πρώτος επισκέπτης

Τα βήματά του έγιναν πιο γρήγορα και η ανάσα του ξαφνικά σταμάτησε. Σαν να είχε δει τον χειρότερο εφιάλτη του ζωντανό. Κάπου εκεί μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να διακρίνει τις φιγούρες που βρισκόταν απέναντί του. Έκλεισε τα μάτια του και γονάτισε στο έδαφος.
Πετάχτηκε από το όνειρο που τον κρατούσε δέσμιο στον ύπνο του. Η ώρα είχε φτάσει 7 το πρωί, και χωρίς να έχει με κάτι να ασχοληθεί, σηκώθηκε από το κρεβάτι του και τράβηξε την κουρτίνα του δωματίου του. Όλα είχαν καληφθεί με χιόνι, χωρίς να το συνειδητοποιήσει. Κι ύστερα σκέφτηκε πως το χιόνι δεν κάνει θόρυβο, και δεν σε προειδοποιεί ποτέ. Λένε πως πριν χιονίσει, το κρύο γίνεται πιο γλυκό.
Κοίταξε στο γραφείο του τις σελίδες που έγραψε εχθές. Τα δυο πρώτα κεφάλαια που ήταν μόνο τέσσερις προτάσεις. Κράτησε το πρώτο κεφάλαιο και το δεύτερο το πέταξε. Ύστερα αντέγραψε τα λόγια του δεύτερου, ύστερα από την τελεία της τελευταίας πρότασης του πρώτου του κεφαλαίου. Το είχε πάρει απόφαση. Το πρώτο κεφάλαιο θα ήταν μεγάλο σαν ένα μεγάλο βιβλίο.
Κατευθύνθηκε στην κουζίνα.
Έβαλε ένα ποτήρι κρασί [η ώρα ήταν 7.30] και κάθισε στον πάγκο της κουζίνας.
''Ξύπνησες;'', ρώτησε μια γυναικεία φωνή.
Έψαξε την παρουσία της στον χώρο και την είδε να κάθεται στο κατώφλι της εξώπορτας. Ήταν η Κλωντ, η ηρωίδα του τέταρτου μυθιστορήματός του. Η γαλλίδα φοιτήτρια που είχε ξεκινήσει ένα ταξίδι για την Ελλάδα και βρέθηκε στην Ιταλία να απειλεί να αυτοκτονήσει, γιατί είχε ερωτευτεί τον Πέτρο, έναν Έλληνα οινοπαραγωγό, που βρισκόταν στο Τορίνο. Ο οποίος ήταν παντρεμένος.
Λίγο πριν φτάσει στην τελευταία σελίδα, αποφάσισε να την σκοτώσει. Την οδήγησε σε μια παγωμένη λίμνη και την έπνιξε στα πράσινα νερά του, χωρίς κανείς να το καταλάβει. Ήταν η μοναδική ηρωϊδα που του είχε προκαλέσει θλίψη για πολλά χρόνια μετέπειτα. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τον λόγο που αυτοκτόνησε, και κανείς ποτέ δεν την αναζήτησε.
''Πριν λιγο'', πρόλαβε να της πει, πριν εκείνη αρχίσει να τρέχει μέσα στο δωμάτιο φορώντας ένα λευκό υγρό φόρεμα.
Κάθισε απέναντί του, και τον ρώτησε κοιτάζοντας το πάτωμα.
''Γιατί με σκότωσες;''
''Για μένα δεν πέθανες ποτέ.''
''Ήταν σαν να μην υπολόγιζα τα βήματά μου, κι όταν είδα την λίμνη, ήξερα πως θα ήταν αυτό το τέλος μου''
''Γιατί με επισκέπτεσαι τώρα;'', είπε και άφησε το ποτήρι στο νεροχύτη.
''Θα μου πεις γιατί με σκότωσες;''
''Δεν ξέρω πως είναι οταν κάποιος πεθαίνει. Σίγουρα, δεν είναι κάτι που περιμένει. Αλλά ξέρεις πως επιδρά ένας θάνατος σε κάποιον που μένει ζωντανός;''
''Ναι, αλλά κανείς δεν με έψαξε''
''Που το ξέρεις; Αφού είχες φύγει''

Η Ξένια, η γειτόνισσα που του έφερνε τα γράμματα από το κοινό γραμματοκιβώτιο , είχε μείνει να τον κοιτάζει από το παράθυρο της κουζίνας να μιλάει γαλλικά σε μια άδεια καρέκλα.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

02. Ο ορισμός της οικογένειας

''Την κράτησε από τους ώμους, κι εκείνη δεν έδειξε ούτε ίχνος φόβου. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος την φίλησε στο μάγουλο και την έσπρωξε στο κενό. Γύρισε απότομα και έκλεισε την τσίγκινη πόρτα της ταράτσας. ''
Τελος.
Τσαλάκωσε την σελίδα και την έβαλε στο συρτάρι του.
Το πρώτο του μυθιστόρημα δεν είχε τέλος. Γιατί φοβήθηκε να σκοτώσει την ηρωϊδα του. Τους άφησε στην προηγούμενη σελίδα να τρώνε μια τούρτα με τα χέρια. Προηγουμένως, είχε σκοτώσει την αγάπη τους, βάζοντας ανάμεσά τους ένα ψέμα. Αυτός ήταν και ο φόνος του πρώτου του μυθιστορήματος.
Του ήρθε στην σκέψη του να επιστρέψει στην πρώτη αυτή ιστορία και να προχωρήσει σε έναν αληθινό φόνο. Να τους σκότωνε. Κι ύστερα το μετάνοιωνε. Ένοιωθε να τον είχαν εγκαταλείψει όλοι του οι παλιοί ήρωες. Εκείνοι που κάποτε του κρατούσαν συντροφιά για χρόνια, είχαν τώρα φτιάξει τις ζωές τους και τον είχαν αποκλείσει. Και ένοιωθε μόνος.
Και ήταν αργά για καινούργιους φίλους. Είχε ανάγκη τις αναμνήσεις του, όπως η μέλισσα έχει ανάγκη την γύρη.
Δεν μπορούσε πλεον να ξεχωρίσει ποιος ήρωας ανήκε σε ποια ιστορία. Όλοι είχαν στριμωχθει σε μια σελίδα και του ζητούσαν να τους ξεχάσει. Ή ίσως τον έσπρωχναν σε κάτι άλλο. Σε κάτι πιο παλιό.
Κι εκεί ξέθαψε μια φωτογραφία από τις παλιές. Εκείνες τις οικογενειακές, λίγο πριν από το τραπέζι κάποιας γιορτής. Που όλοι φορούσαν τα γιορτινά τους. Κι ήταν εκείνος, κι ήταν και οι άλλοι, που τώρα όμως δεν ήταν πια. Αλλά θυμόταν την κάθε τους λεπτομέρεια. Το πως η μητέρα του ίσιωνε την φούστα της, πριν καθίσει στην καρέκλα. Το πως ο πατέρας του έγλυφε τις σταγόνες του κρασιού που είχαν χυθεί στην έξω πλευρά του ποτηριού. Το πως η αδερφή του ξεχώριζε τα μπιζέλια από το ρύζι. Το πως εκείνος πλήγωνε το τραπέζι με την άκρη του πιρουνιού. Το πως ο καθένας τους έκλεινε την πόρτα του αυτοκινήτου. Εκείνος βαριά, εκείνη απαλά, αυτός γρήγορα, αυτή αθόρυβα. Κι ύστερα μουρμούριζε τα παραμύθια της μαμάς πριν τον ύπνο. Κι ύστερα θυμόταν το πως την μέρα της κηδείας, σκάλιζε το χώμα με τα δάχτυλά του, γονατισμένος μπροστά σε έναν άγνωστο τάφο.
Όλες οι αναμνήσεις του από την οικογένειά του είχαν σταματήσει πριν από 14 χρόνια, και τώρα ήταν η ευκαιρία να τις ξορκήσει, για να μπορούν όλοι μαζί να καθίσουν γύρω από το ίδιο τραπέζι. Και οι πεθαμένοι και οι ήρωες των μετέπειτα ιστοριών του. Ένοιωθε πως ''εκείνοι'' είχαν χτίσει έναν τοίχο, κατηγορώντας τον, οτι τους ξέχασε και έφτιαξε μια καινούργια χάρτινη πλεον οικογένεια.
Το είχε πάρει απόφαση να γράψει για εκείνους. Που είχαν φύγει και τον είχαν αφήσει μόνο του. Που τώρα δεν είχαν το δικαίωμα να τον κατηγορούν οτι ''έφτιαξε'' την δική του οικογένεια. Ακόμα κι αν δεν ανέπνεε δίπλα του, αλλά ήταν ακουμπισμένη σε κομοδίνα και ράφια.
''Κεφάλαιο πρώτο-Το χιόνι
Γεννήθηκα μια μέρα που χιόνιζε. Κι η εφημερίδα μιλούσε για έναν άντρα που είχε σκοτώσει τρία άτομα με το αυτοκίνητό του...''
Συνέχιζε να γράφει μέχρι που τον βρήκε από το πρωί. Ξαφνικά άρχισε να ''σβήνει'' όσα είχε γράψει και κράτησε μόνο τις δυο πρώτες του προτάσεις.
''Κεφάλαιο δεύτερο-Η βροχή
Η μητέρα μου έλεγε πάντα πως όταν κάθεσαι κάτω από την βροχή, γίνεσαι εξυπνότερος. Εκείνη την νύχτα θυμάμαι οτι είχα κολλήσει το βλέμμα μου στο παράθυρο και ευχόμουν να βρέξει. Νόμιζα οτι δεν προλάβαινα να γίνω έξυπνος''

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

01. Τραπέζι για τέσσερις

Όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να γράψει μια λέξη. Ούτε καν ένα άρθρο. Σχεδίαζε με το μολύβι του ακανόνιστα σχέδια πάνω στο χαρτί, που κατέληγαν μουτζούρες. Σφήνωσε το μολύβι ανάμεσα στο αριστερό του χέρι-ήταν δεξιόχειρας, με όνειρο να γίνει αριστερόχειρας-, ώσπου το έσπασε στα δυο. Σηκώθηκε από το ξύλινο γραφείο που είχε κολλήσει δίπλα από το κρεβάτι του, και ήπιε από την κούπα του. Κρύος καφές από το μεσημέρι. Ήταν κιόλας μεσάνυχτα.
Άναψε την λάμπα του μπάνιου και άνοιξε την βρύση. Στρίμωξε το κεφάλι του στον στενό νιπτήρα και το κρυο νερό κύλησε στην ράχη του. Στο κούτελό του υπήρχε πάντα ένα τσιρότο, που ανα δυο μέρες το άλλαζε και το αντικαθιστούσε με ένα καινούργιο. Σήμερα το άλλαξε δυο φορές.
Στην κουζίνα, στρωμένο τραπέζι για τέσσερις. Όλα άθικτα. Άδεια ποτήρια και πιάτα και ένα μεγάλο κηροπήγιο στην άκρη του. Προσπάθησε να καταλάβει τι ώρα ήταν, ψάχνοντας ένα ρολόϊ, αλλά κατέληξε να κοιτάζει από το παράθυρο, προσπαθώντας να καταλάβει αν οι γείτονές του είχαν κοιμηθεί.
Βημάτισε αργά προς τον πάνω όροφο που βρισκόταν η βιβλιοθήκη του. Έψαχνε να βρει αφορμές για τους καινούργιους ήρωες του τελευταίου του βιβλίου. Σαν να τον είχαν εγκαταλείψει όλοι. Όπως στην πραγματική του ζωή. Όταν η οικογένεια του είχε φύγει από την ζωή-μέσα σε ένα μόνο λεπτό-, έμεινε μόνος του. Χωρίς φίλους. Δεν γνώριζε αν ήταν επιλογή του, αλλα τότε ανακάλυψε μια καινούργια κρυψώνα. Τις λευκές, άδειες σελίδες. Εκεί έφτιαχνε φίλους και ήρωες. Τους έφτιχνε όπως ήθελε, τους έδινε τα ονόματα που εκείνος ήθελε και όταν ένοιωθε μόνος του, τους έφερνε δίπλα του και τους μιλούσε. Κι ύστερα τους άφηνε να φύγουν, αλλά τους κλείδωνε μέσα στα βιβλία που έγραφε. Έτσι ξεκίνησε πριν από 14 χρόνια. Έτσι έφτασε να έχει 24 φίλους. Όχι καινούργιους. Αλλά φίλους.
Τώρα αποφάσισε να γράψει το τελευταίο του βιβλίο. Να βρει τους τελευταίους του ήρωες. Ένοιωθε πως δεν είχε ανάγκη τις αλλαγές, και έτσι αυτοί θα ήταν οι τελευταίοι του. Ήθελε να γράψει το μεγαλύτερο βιβλίο που έγραψε ποτέ. Οχι μόνο ο ίδιος. Αλλά και το μεγαλύτερο βιβλίο που γράφτηκε ποτέ. Αλλά στο μυαλό του, είχαν σταματήσει οι επισκέψεις. Συνέχεια οι παλιοί του ήρωες αναζητούσαν την συνέχειά τους. Οι ζωντανοί. Γιατί σε κάθε του βιβλίο, υπήρχαν πάντα οι νεκροί. Σε κάθε τελευταίο κεφάλαιο, κάποιος πέθαινε. Ήταν για αυτόν κάτι σαν λύτρωση. Κάτι σαν αντίδοτο για την απώλεια που είχε βιώσει. Συνήθως ''σκότωνε'' τον πιο αγαπημένο του ήρωα. Εκείνον που αγαπούσε περισσότερο. Σαν τότε.